αγλακώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγλακώ < λακώ (λακίζω): φεύγω τρέχοντας προς τους λάκους (: οι πεδινοί, επίπεδοι γενικά, τόποι στην κρητική διάλεκτο)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγλακώ

αγλάκα να προλάβεις το λεωφορείο!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]