αγνοούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνοούμαι < παθητική φωνή του αγνοώ (αρχαία ελληνική ἀγνοοῦμαι)

Ρήμα[επεξεργασία]

αγνοούμαι

  1. δεν είμαι γνωστός
    αγνοείται η τύχη των ναυαγών
  2. είμαι αγνοούμενος, είναι άγνωστο το πού βρίσκομαι και αν είμαι ζωντανός ή όχι
    αγνοούνται δύο μέλη του πληρώματος του πλοίου που ναυάγησε

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]