αγνωσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγνωσία αγνωσίες
γενική αγνωσίας αγνωσιών
αιτιατική αγνωσία αγνωσίες
κλητική αγνωσία αγνωσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνωσία < αρχαία ελληνική ἀγνωσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγνωσία θηλυκό

  1. η άγνοια
  2. (ιατρική) η απώλεια της ικανότητας αναγνώρισης προσώπων, σχημάτων, ήχων, οσμών κλπ λόγω αδυναμίας του εγκεφάλου να επεξεργαστεί τα ερεθίσματα που λαμβάνονται από κάποιο αισθητήριο όργανο (πρόκειται δηλαδή για βλάβη του ίδιου του εγκεφαλικού φλοιού και όχι των αισθητηρίων οργάνων)
  3. (φιλοσοφία) αγνωσιαρχία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • Agnosia στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]