αγνωσιαρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγνωσιαρχία αγνωσιαρχίες
γενική αγνωσιαρχίας
αιτιατική αγνωσιαρχία αγνωσιαρχίες
κλητική αγνωσιαρχία αγνωσιαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγνωσιαρχία < Από το γαλλικό agnosticisme. < Από το άγνωστος, που δεν γνωρίζει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(φιλοσοφία)
αγνωσιαρχία θηλυκό
επίσης: αγνωστισμός, αγνωστικισμός

  1. Φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το Απόλυτο (η θεμελιώδης κοσμική αιτιότητα) δεν μπορεί να μελετηθεί αντικειμενικά. Εγγενής απρόσιτη φύση της πλήρους γνώσης που δεν προκύπτει από ατεχνία ή ανικανότητα.
    1. διότι δεν ορίζεται
    2. διότι ορίζεται απλώς η φύση δεν επιτρέπει προσέγγιση του Απολύτου
      (ασθενής αγνωσία συγγενής της ατεχνιακής αγνωσίας κάτωθεν)
  2. Φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το Απόλυτο (η θεμελιώδης κοσμική αιτιότητα) μπορεί να μελετηθεί αντικειμενικά, αλλά αυτό είναι πρακτικά ανέφικτο.
    (αδύναμη αγνωσιαρχία, ή αγνωσιαρχία αδυναμίας φιλοσοφικά θεωρείται χαμηλότερης αξίας κίνημα)
  3. (μεταφυσική), (θρησκεία), (εστιασμένα) μεταφυσικός αγνωστισμός

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

οι ασθενειακές - μη εγγενείς αγνωστικές θεωρήσεις συχνά θεωρούνται και φιλοσοφικά ασθενείς και μη εγγενείς προσεγγίσεις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]