αγνωστισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγνωστισμός
γενική αγνωστισμού
αιτιατική αγνωστισμό
κλητική αγνωστισμέ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

αγνωστισμός < άγνωστο + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο αγνωστισμός (el) αρσενικό
(φιλοσοφία)
ο αγνωστισμός αφορά γενικότερα τον περιορισμό της γνώσης, όχι μόνο μεταφυσικά

  1. το να θεωρείς ότι ποτέ δεν θα σου αποκαλυφθεί η γνώση, και ότι αυτή είναι εγγενώς αδύνατη στην πληρότητά της
  2. το να θεωρείς ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην γνώση, απλώς ότι δεν την κατέχεις
  3. (μεταφυσική) ο αγνωστικισμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]