αγνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγνός < αρχαία ελληνική ἀγνός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αγνός

  1. που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό
  2. (για υλικά) παρθένος, ανόθευτος
  3. που δεν έχει έρθει ποτέ του σε σεξουαλική επαφή, παρθένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]