αγοήτευτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αγοήτευτος, -η, -ο
- που δεν έχει γοητευτεί
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγοήτευτος
|
|
αγοήτευτος, -η, -ο
|
|