αγονάτιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγονάτιστος < α- στερητικό +γονατίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αγονάτιστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει γονατίσει· που δεν καταδέχεται να γονατίσει
  2. (μεταφορικά) που δεν υποτάσσεται σε κάποια υποχρέωση
     συνώνυμα: ακλόνητος, αλύγιστος, περήφανος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]