αγοράζοντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοράζοντας, μετοχή ενεστώτα του αγοράζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγοράζοντας (επιρρηματική μετοχή)

  1. καθώς αγοράζω, την ώρα που αγοράζω
    Αγοράζοντας τα παπούτσια, είδα ξαφνικά και την τσάντα. Τι να έκανα; Την πήρα.
  2. με το να αγοράζω
    Δεν θα φτιάξεις το κέφι σου αγοράζοντας ό,τι βρίσκεις μπροστά σου
δείτε τη λέξη: αγοράζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]