αγοραίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγοραίος αγοραία αγοραίο
γενική αγοραίου αγοραίας αγοραίου
αιτιατική αγοραίο αγοραία αγοραίο
κλητική αγοραίε αγοραία αγοραίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγοραίοι αγοραίες αγοραία
γενική αγοραίων αγοραίων αγοραίων
αιτιατική αγοραίους αγοραίες αγοραία
κλητική αγοραίοι αγοραίες αγοραία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοραίος < αρχαία ελληνική ἀγοραῖος < ἀγορά < ἀγείρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.'ɾɛ.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγοραίος, -α,-ο

  1. που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
    ποια είναι η αγοραία τιμή της μετοχής Θήτα;
  2. «του δρόμου», ο πρόστυχος, ο χυδαίος, ο θρασύς
    αγοραίες εκφράσεις
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αγοραίο: όχημα, συνήθως ταξί, που μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει με ειδική οικονομική συμφωνία είτε για μεγάλες διαδρομές είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. για μία ημέρα)

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • αγοραίος έρωτας: η πορνεία
    Στο «Βιολοντσέλο» ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σε βιεννέζικο ξενοδοχείο συντροφιά με μια μικροκαμωμένη 20χρονη Κινέζα που βιοπορίζεται από τον αγοραίο έρωτα ενώ παράλληλα σπουδάζει βιολοντσέλο στην εκεί Μουσική Ακαδημία. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]