Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγοραίος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγοραῖος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγοραίος η αγοραία το αγοραίο
      γενική του αγοραίου της αγοραίας του αγοραίου
    αιτιατική τον αγοραίο την αγοραία το αγοραίο
     κλητική αγοραίε αγοραία αγοραίο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγοραίοι οι αγοραίες τα αγοραία
      γενική των αγοραίων των αγοραίων των αγοραίων
    αιτιατική τους αγοραίους τις αγοραίες τα αγοραία
     κλητική αγοραίοι αγοραίες αγοραία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγοραίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγοραῖος < ἀγορά < ἀγείρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική de marché ή από την αγγλική market[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣoˈɾe.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγοραίος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγοραίος, -α,-ο

  1. που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
      Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. «του δρόμου», ο πρόστυχος, ο χυδαίος, ο θρασύς
    παράδειγμα  αγοραίες εκφράσεις
      H θρησκευτική αποστολή όχι μόνο δεν μπόρεσε να αποτρέψει τις φατρίες και τη σκληρή αναμέτρησή τους, αλλά ούτε να παρεμποδίσει την υπεράγαν «γλαφυρή» και εν πολλοίς αγοραία δημόσια έκφραση των ενδο-εκκλησιαστικών αντιπαλοτήτων (Πάσχουσα Εκκλησία, εφημερίδα Καθημερινή, 04.12.2001 )
      Με την παραπάνω απλοποίηση, το πάρτυ έγινε προσιτό διανοητικά και στους αγοραίους και στους νεόφερτους από το χωριό. Ήταν και «νυχτέρι« και «γλέντι με ρεφενέ». Και το ότι απ'αυτό είχε αποβληθεί το «τραπέζωμα» βοήθησε πολύ στο να γίνει δεκτό απ'τους γονείς (Εμμανουήλ Ζάχος, Πιάτσα, εκδ. Κάκτος, 1980, σελ. 262)
     συνώνυμα: κοινός, πρόστυχος, χυδαίος
     αντώνυμα: εκλεπτυσμένος, εκπολιτισμένος, ευγενής
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αγοραίο (εννοείται όχημα), συνήθως ταξί, που μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει με ειδική οικονομική συμφωνία είτε για μεγάλες διαδρομές είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. για μία ημέρα)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]