αγοραπωλησία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες
γενική αγοραπωλησίας αγοραπωλησιών
αιτιατική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες
κλητική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοραπωλησία < αγορά + πώληση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγοραπωλησία θηλυκό

  • η πράξη της πώλησης ενός αντικειμένου από κάποιον και της αγοράς του από κάποιον άλλον

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]