αγορασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγορασμένος αγορασμένη αγορασμένο
γενική αγορασμένου αγορασμένης αγορασμένου
αιτιατική αγορασμένο αγορασμένη αγορασμένο
κλητική αγορασμένε αγορασμένη αγορασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγορασμένοι αγορασμένες αγορασμένα
γενική αγορασμένων αγορασμένων αγορασμένων
αιτιατική αγορασμένους αγορασμένες αγορασμένα
κλητική αγορασμένοι αγορασμένες αγορασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγορασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγοράζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.ɾa.ˈzmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγορασμένος -η -ο

αυτό το χαλί είναι αγορασμένο από την Ινδία, τότε που είχαμε πάει ταξίδι εκεί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]