αγοραστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγοραστικός αγοραστική αγοραστικό
γενική αγοραστικού αγοραστικής αγοραστικού
αιτιατική αγοραστικό αγοραστική αγοραστικό
κλητική αγοραστικέ αγοραστική αγοραστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγοραστικοί αγοραστικές αγοραστικά
γενική αγοραστικών αγοραστικών αγοραστικών
αιτιατική αγοραστικούς αγοραστικές αγοραστικά
κλητική αγοραστικοί αγοραστικές αγοραστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοραστικός < αρχαία ελληνική ἀγοραστικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.ɾa.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγοραστικός

  • που αναφέρεται στην ενέργεια του αγοράζω
η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μειώθηκε λόγω του πληθωρισμού
οι αγοραστικές συνήθειες των Ελλήνων καταναλωτών
  • χαρακτηρισμός γι' αυτόν που αγοράζει
το αγοραστικό κοινό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]