αγουρίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγουρίδα οι αγουρίδες
      γενική της αγουρίδας των αγουρίδων
    αιτιατική την αγουρίδα τις αγουρίδες
     κλητική αγουρίδα αγουρίδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγουρίδα < υποκοριστικό του άγουρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγουρίδα θηλυκό

  1. άγουρος καρπός, κρεμαστάρι
  2. ο χυμός άγουρων σταφυλιών που χρησιμοποιείται στην μαγειρική παρόμοια με χυμό λεμονιού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]