αγουροξυπνημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγουροξυπνημένος αγουροξυπνημένη αγουροξυπνημένο
γενική αγουροξυπνημένου αγουροξυπνημένης αγουροξυπνημένου
αιτιατική αγουροξυπνημένο αγουροξυπνημένη αγουροξυπνημένο
κλητική αγουροξυπνημένε αγουροξυπνημένη αγουροξυπνημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγουροξυπνημένοι αγουροξυπνημένες αγουροξυπνημένα
γενική αγουροξυπνημένων αγουροξυπνημένων αγουροξυπνημένων
αιτιατική αγουροξυπνημένους αγουροξυπνημένες αγουροξυπνημένα
κλητική αγουροξυπνημένοι αγουροξυπνημένες αγουροξυπνημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγουροξυπνημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγουροξυπνώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγουροξυπνημένος

  1. που ξύπνησε ή τον ξύπνησαν πολύ νωρίς
  2. που έχει μόλις ξυπνήσει, αλλά δεν έχει συνέλθει ακόμη πλήρως από τον ύπνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]