αγρίμι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγρίμι | τα | αγρίμια |
| γενική | του | αγριμιού | των | αγριμιών |
| αιτιατική | το | αγρίμι | τα | αγρίμια |
| κλητική | αγρίμι | αγρίμια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγρίμι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγρίμιν < ελληνιστική κοινή ἀγριμαῖον ουδ. του επιθ. ἀγριμαῖος < ἄγρα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈɣɾi.mi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γρί‐μι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγρίμι ουδέτερο
- το άγριο ζώο
- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- (μεταφορικά) το άτομο που είναι ακοινώνητο, ατίθασο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη άγριος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ατίθασο άτομο
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)