αγριάνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγριάνθρωπος αγριάνθρωποι
γενική αγριανθρώπου
& αγριάνθρωπου
αγριανθρώπων
& αγριάνθρωπων
αιτιατική αγριάνθρωπο αγριανθρώπους
& αγριάνθρωπους
κλητική αγριάνθρωπε αγριάνθρωποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγριάνθρωπος < άγριος + άνθρωπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγριάνθρωπος αρσενικό

  1. άνθρωπος απεριποίητος που μοιάζει στην όψη με άγριο
    ο ναυαγισμένος Οδυσσέας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στη Ναυσικά ταλαιπωρημένος και τρομακτικός, σωστός αγριάνθρωπος
  2. άνθρωπος χωρίς ευγένεια στους τρόπους, βάρβαρος, αγροίκος
  3. άνθρωπος που ζει σαν άγριος, μακριά από τον πολιτισμό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]