αγριεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɣɾi.eˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γρι‐ε‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]αγριεμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγριεύω, που έχει αγριέψει
- ※ Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγριεμένος
|
|