αγρικώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɣɾiˈko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γρι‐κώ
Ρήμα
[επεξεργασία]αγρικώ
- άλλη μορφή του γρικώ
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αγρικάω - αγρικώ | αγρικούσα | θα αγρικάω - αγρικώ | να αγρικάω - αγρικώ | αγρικώντας | |
| β' ενικ. | αγρικάς | αγρικούσες | θα αγρικάς | να αγρικάς | αγρίκα - αγρίκαγε | |
| γ' ενικ. | αγρικάει - αγρικά | αγρικούσε | θα αγρικάει - αγρικά | να αγρικάει - αγρικά | ||
| α' πληθ. | αγρικάμε - αγρικούμε | αγρικούσαμε | θα αγρικάμε - αγρικούμε | να αγρικάμε - αγρικούμε | ||
| β' πληθ. | αγρικάτε | αγρικούσατε | θα αγρικάτε | να αγρικάτε | αγρικάτε | |
| γ' πληθ. | αγρικάν(ε) - αγρικούν(ε) | αγρικούσαν(ε) | θα αγρικάν(ε) - αγρικούν(ε) | να αγρικάν(ε) - αγρικούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αγρίκησα | θα αγρικήσω | να αγρικήσω | αγρικήσει | ||
| β' ενικ. | αγρίκησες | θα αγρικήσεις | να αγρικήσεις | αγρίκα - αγρίκησε | ||
| γ' ενικ. | αγρίκησε | θα αγρικήσει | να αγρικήσει | |||
| α' πληθ. | αγρικήσαμε | θα αγρικήσουμε | να αγρικήσουμε | |||
| β' πληθ. | αγρικήσατε | θα αγρικήσετε | να αγρικήσετε | αγρικήστε | ||
| γ' πληθ. | αγρίκησαν αγρικήσαν(ε) |
θα αγρικήσουν(ε) | να αγρικήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αγρικήσει | είχα αγρικήσει | θα έχω αγρικήσει | να έχω αγρικήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αγρικήσει | είχες αγρικήσει | θα έχεις αγρικήσει | να έχεις αγρικήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αγρικήσει | είχε αγρικήσει | θα έχει αγρικήσει | να έχει αγρικήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αγρικήσει | είχαμε αγρικήσει | θα έχουμε αγρικήσει | να έχουμε αγρικήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αγρικήσει | είχατε αγρικήσει | θα έχετε αγρικήσει | να έχετε αγρικήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αγρικήσει | είχαν αγρικήσει | θα έχουν αγρικήσει | να έχουν αγρικήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγρικώ
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- γροικώ - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- γρικώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γρικώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)