Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγριοκερασιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγριοκερασιά οι αγριοκερασιές
      γενική της αγριοκερασιάς των αγριοκερασιών
    αιτιατική την αγριοκερασιά τις αγριοκερασιές
     κλητική αγριοκερασιά αγριοκερασιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγριοκερασιά < αγριο- + κερασιά
Prunus avium

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγριοκερασιά θηλυκό

  1. (δέντρο) είδος άγριας κερασιάς (Prunus avium, Prunus serotina)
  2. (συνεκδοχικά) το ξύλο του παραπάνω δέντρου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]