αγριο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγριο- < μεσαιωνική ελληνική ἀγριο- < ελληνιστική κοινή ἀγριο- < αρχαία ελληνική ἀγριο- < ἄγριος

Πρόθημα[επεξεργασία]

αγριο- (& αγριό- & αγρι-)

  1. την άγρια ποικιλία ενός φυτού
    αγριοσυκιά
  2. το άγριο/μη εξημερωμένο είδος ενός ζώου
    αγριοκάτσικο
  3. πρόσωπα με άγρια ή επιθετική συμπεριφορά
    αγριάνθρωπος
  4. ενέργεια με άγριο τρόπο
    αγριομιλώ
  5. κάτι με άγρια ή αφιλόξενα χαρακτηριστικά
    αγριότοπος, αγριοφωνάρα