αγριόγαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγριόγαλος οι αγριόγαλοι
      γενική του αγριόγαλου των αγριόγαλων
    αιτιατική τον αγριόγαλο τους αγριόγαλους
     κλητική αγριόγαλε αγριόγαλοι
Παράρτημα
Αγριόγαλος νεοσσός
Ρουμανία: κυνήγι αγριόγαλων παλιότερα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγριόγαλος < άγριος γάλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγριόγαλος ουδέτερο ( & ωτίδα & Ωτίς η βραδύα & δρόμπλι (από τη σλαβική λέξη) & αγριόχηνα)

  1. μεγάλο πουλί που τείνει να εξαφανιστεί ενώ ήταν ιδιαίτερα κοινό (στις πεδιάδες Μακεδονίας και Θεσσαλίας)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]