αγριόφατσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγριόφατσα θηλυκό
- (προφορικό, μειωτικό) (για άνθρωπο) που έχει άγρια χαρακτηριστικά προσώπου ή έκφραση προσώπου
- ※ -‘Κάτι ξέρουμε κι εμείς από έρωτα μικρέ. Μείνε ήσυχος. Αν είναι στην πόλη, το βράδυ θα βρίσκεται στο κρεβάτι σου. Πάνε να γίνεις όμορφος τώρα. Μην τρομάξει η κοπέλα με την αγριόφατσα σου’, του είπε γελώντας.
-‘Μα δεν σου είπα ούτε καν πού μένει’.
- ‘Κάνε την δουλειά σου ρε αδερφέ. Άντε τελείωνε. Δεν μ' αρέσει να μ' αμφισβητούν. Ζήτησες κάτι και σου είπα ότι θα γίνει.- Κώστας Κυριακίδης, Προπατορικό Αμάρτημα, αρχική δημοσίευση: (2013), εκδόσεις: AKAKIA, ISBN 9781909550537, @google.gr/books
- ※ -‘Κάτι ξέρουμε κι εμείς από έρωτα μικρέ. Μείνε ήσυχος. Αν είναι στην πόλη, το βράδυ θα βρίσκεται στο κρεβάτι σου. Πάνε να γίνεις όμορφος τώρα. Μην τρομάξει η κοπέλα με την αγριόφατσα σου’, του είπε γελώντας.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγριόφατσα
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγριόφατσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγριό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)