αγριόχοιρε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

αγριόχοιρε αρσενικό

  1. αγριόχοιρος, στην κλητική του ενικού