αγροίκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγροῖκος, ἄγροικος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγροίκος αγροίκα αγροίκο
γενική αγροίκου αγροίκας αγροίκου
αιτιατική αγροίκο αγροίκα αγροίκο
κλητική αγροίκε αγροίκα αγροίκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγροίκοι αγροίκες αγροίκα
γενική αγροίκων αγροίκων αγροίκων
αιτιατική αγροίκους αγροίκες αγροίκα
κλητική αγροίκοι αγροίκες αγροίκα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγροίκος < αρχαία ελληνική ἄγροικος / ἀγροῖκος < ἀγρός + οἰκέω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈɣɾi.kɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

αγροίκος, -α, -ο (δημωδώς και αγροίκιος)

  • χωρίς καλούς τρόπους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κυκεώνα πιών εις εκκλησίαν πορεύεσθαι και το μύρον φάσκειν (ισχυρίζεται) ουδέν του θύμου (θυμάρι) ήδιον (γλυκύτερον) όζειν·και μείζω (μεγάλα) του ποδός τα υποδήματα φορείν και μεγάλη τη φωνή λαλείν• Και τοις μέν φίλοις και οικείοις απιστείν·και αναβεβλημένος άνω του γόνατος καθιζάνει (κάθεται), ώστε τα γυμνά αυτού φαίνεσθαι...- Θεόφραστος χαρακτήρες, Αγροίκος 4.2-4.9

Μεταφράσεις[επεξεργασία]