αγροκήπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγροκήπιο αγροκήπια
γενική αγροκηπίου αγροκηπίων
αιτιατική αγροκήπιο αγροκήπια
κλητική αγροκήπιο αγροκήπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγροκήπιο < ελληνιστική κοινή < ἀγρός + κήπος + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγροκήπιο ουδέτερο

  1. πρότυπο αγρόκτημα όπου εφαρμόζονται νέες/πειραματικές μέθοδοι ή/και αποτελεί μέρος των εγκαταστάσεων μιας σχολής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]