Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγυρντίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγυρντίζω < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣiɾˈdi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγυρντίζω

αγυρντίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]