αγωγιάτισσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγωγιάτισσα αγωγιάτισσες
γενική αγωγιάτισσας αγωγιατισσών
αιτιατική αγωγιάτισσα αγωγιάτισσες
κλητική αγωγιάτισσα αγωγιάτισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωγιάτισσα < αγωγιάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγωγιάτισσα θηλυκό

  1. η γυναίκα του αγωγιάτη
  2. (νομικός όρος): αυτή που μεταφέρει ανθρώπους ή φορτία σε υποζύγιό της έναντι κομίστρου.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]