αγωγιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγωγιμότητα αγωγιμότητες
γενική αγωγιμότητας αγωγιμοτήτων
αιτιατική αγωγιμότητα αγωγιμότητες
κλητική αγωγιμότητα αγωγιμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγωγιμότητα < αγώγιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγωγιμότητα θηλυκό

  1. (φυσική): ιδιότητα της ύλης να επιτρέπει τη διέλευση ενέργειας (ηλεκτρική/θερμική)

32πχ Μεταφράσεις[]