αγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγωγός αγωγοί
γενική αγωγού αγωγών
αιτιατική αγωγό αγωγούς
κλητική αγωγέ αγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωγός < αρχαία ελληνική ἀγωγός < ἄγω (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) conducteur)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγωγός αρσενικό

ο αγωγός φυσικού αερίου εγκαινιάστηκε πρόσφατα
ο χαλκός είναι ένας πρώτης τάξης αγωγός

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]