αγωνίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωνίζομαι < αγώνας < ἀγών < ἄγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγωνίζομαι

  1. ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο
    Αγωνίστηκε καλά, αλλά ο Ρώσος ήταν ταχύτερο (αθλητισμός)
    Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
    Είναι δίκαια κορυφαίος. ΄Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.
  2. περιγραφή τρόπου και κατάστασης ζωής, συνήθως δύσκολης
    -Πώς τα πας Κώστα; -Αγωνίζομαι, φίλε, όπως όλοι.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]