αγόγγυστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγόγγυστα < αγόγγυστος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αγόγγυστα

  • χωρίς γογγυσμούς, παράπονα και διαμαρτυρίες, χωρίς κριτική αμφισβήτηση, υπομονετικά (για κάτι που συνήθως όταν πρέπει να γίνει αναμένονται αντιδράσεις επειδή είναι π.χ. κουραστικό)

Πρότυπο:παραδείγματα[επεξεργασία]

  • Ο σημερινός πολίτης εκτελεί αγόγγυστα τις αποφάσεις των κυβερνιτών.
  • Ένας νομοταγής πολίτης υπακούει αγόγγυστα και αυτόβουλα στην εκάστοτε νομοθεσία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]