αγών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγών

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγών < αρχαία ελληνική ἀγών

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγών αρσενικό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη  αγώνας