αδά
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αδά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐδῶ < αρχαία ελληνική ὧδε
Επίρρημα
[επεξεργασία]αδά
Πηγές
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
αδά