αδέσποτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδέσποτος αδέσποτη αδέσποτο
γενική αδέσποτου αδέσποτης αδέσποτου
αιτιατική αδέσποτο αδέσποτη αδέσποτο
κλητική αδέσποτε αδέσποτη αδέσποτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδέσποτοι αδέσποτες αδέσποτα
γενική αδέσποτων αδέσποτων αδέσποτων
αιτιατική αδέσποτους αδέσποτες αδέσποτα
κλητική αδέσποτοι αδέσποτες αδέσποτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδέσποτος < α- στερητικό + δεσπότης (κύριος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδέσποτος -η -ο

  • που δεν έχει αφεντικό και δεν ελέγχει κανείς τις κινήσεις του· λέγεται κυρίως για ζώα
αδέσποτος σκύλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]