αδίωκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδίωκτος αδίωκτη αδίωκτο
γενική αδίωκτου αδίωκτης αδίωκτου
αιτιατική αδίωκτο αδίωκτη αδίωκτο
κλητική αδίωκτε αδίωκτη αδίωκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδίωκτοι αδίωκτες αδίωκτα
γενική αδίωκτων αδίωκτων αδίωκτων
αιτιατική αδίωκτους αδίωκτες αδίωκτα
κλητική αδίωκτοι αδίωκτες αδίωκτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδίωκτος < αρχαία ελληνική ἀδίωκτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδίωκτος, -η, -ο

  1. (σπάνιο) που δεν έχει διωχτεί, που δεν τον έχουν διώξει από κάπου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άδιωχτος
  2. που δεν υφίσταται ποινική δίωξη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]