αδαής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αδαής | η | αδαής | το | αδαές |
| γενική | του | αδαούς* | της | αδαούς | του | αδαούς |
| αιτιατική | τον | αδαή | την | αδαή | το | αδαές |
| κλητική | αδαή(ς) | αδαής | αδαές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αδαείς | οι | αδαείς | τα | αδαή |
| γενική | των | αδαών | των | αδαών | των | αδαών |
| αιτιατική | τους | αδαείς | τις | αδαείς | τα | αδαή |
| κλητική | αδαείς | αδαείς | αδαή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αδαής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδαής[1][2] < ἀ- + *δάω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ðaˈis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐δα‐ής
Επίθετο
[επεξεργασία]αδαής, -ής, -ές
- (για πρόσωπα) που δε γνωρίζει το αντικείμενο, έχει άγνοια πάνω σε αυτό λόγω ανεπαρκών γνώσεων και ελλιπούς πείρας
- (απόλυτο)
- ※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.
- 2002 Κωνσταντίνος Ακριβόπουλος, «Εβλαψε το Βυζάντιο την αρχαιότητα;», 16. 6. 2002, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, πρόσβαση: 27. 8. 2025
Άνθρωποι αδαείς βρίσκονται σε θέσεις ισχύος.
- ※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.
- (είμαι αδαής + από)
Είναι αδαής από αυτοκίνητα.
- (είμαι αδαής + με)
Είναι αδαής με τα οικονομικά.
- (είμαι αδαής + σε)
Κάναμε λάθος στην επιλογή μας, αυτός είναι αδαής στο θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.
- (ουσιαστικοποιημένο)
απορίες/ερωτήσεις/σκέψεις ενός αδαούς
- (απόλυτο)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αδαημοσύνη
- → δείτε τη λέξη διδάσκω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αδαής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αδαής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)