αδαμάντινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδαμάντινος αδαμάντινη αδαμάντινο
γενική αδαμάντινου αδαμάντινης αδαμάντινου
αιτιατική αδαμάντινο αδαμάντινη αδαμάντινο
κλητική αδαμάντινε αδαμάντινη αδαμάντινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδαμάντινοι αδαμάντινες αδαμάντινα
γενική αδαμάντινων αδαμάντινων αδαμάντινων
αιτιατική αδαμάντινους αδαμάντινες αδαμάντινα
κλητική αδαμάντινοι αδαμάντινες αδαμάντινα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδαμάντινος < αρχαία ελληνική ἀδαμάντινος < ἀδάμας

Επίθετο[επεξεργασία]

αδαμάντινος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που έχει κατασκευαστεί από διαμάντια ή είναι στολισμένος με διαμάντια
  2. (μεταφορικά) εξαιρετικός, ακέραιος, αδιάφθορος
    αδαμάντινος χαρακτήρας

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]