αδειάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδειάζω < άδειος

Open book 01.svg Ρήμα[]

αδειάζω

  1. (μεταβατικό) αφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κενώνω
  2. (αμετάβατο) απομένω άδειος
    πότε πρόλαβε και άδειασε η αίθουσα;
  3. έχω διαθέσιμο χρόνο για να κάνω κάτι
    πότε αδειάζεις για να συζητήσουμε κάτι που θέλω;

Εκφράσεις[]

  • αδειάζω τη γωνιά (σε κάποιον): απομακρύνομαι από κάποιον για να μην τον ενοχλώ

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]