αδελφοκτόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδελφοκτόνος < αρχαία ελληνική ἀδελφοκτόνος (αδελφός + κτείνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

αδελφοκτόνος -ος -ο

  • φονιάς αδελφού, αδελφής ή συμπατριώτη
αδελφοκτόνος πόλεμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • (θρησκεία) πρώτος αδελφοκτόνος και συγχρόνως ανθρωποκτόνος σύμφωνα και με τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες φέρεται ο Κάιν.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]