Μετάβαση στο περιεχόμενο

αδενωματώδης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδενωματώδης η αδενωματώδης το αδενωματώδες
      γενική του αδενωματώδους της αδενωματώδους του αδενωματώδους
    αιτιατική τον αδενωματώδη την αδενωματώδη το αδενωματώδες
     κλητική αδενωματώδη(ς) αδενωματώδης αδενωματώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδενωματώδεις οι αδενωματώδεις τα αδενωματώδη
      γενική των αδενωματωδών των αδενωματωδών των αδενωματωδών
    αιτιατική τους αδενωματώδεις τις αδενωματώδεις τα αδενωματώδη
     κλητική αδενωματώδεις αδενωματώδεις αδενωματώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αδενωματώδης < αδένωμα + -ώδης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική adenomatous[1])

Επίθετο

[επεξεργασία]

αδενωματώδης, -ης, -ες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αδενωματώδης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)