αδενωματώδης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αδενωματώδης < αδένωμα + -ώδης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική adenomatous[1])
Επίθετο
[επεξεργασία]αδενωματώδης, -ης, -ες
- (ιατρική) χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ιστούς ή σχηματισμούς που σχετίζονται με αδενώματα ή υπερπλαστικές αλλοιώσεις αδενικής προέλευσης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αδενωματώδης
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αδενωματώδης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώδης (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)