αδηφάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδηφάγος < αρχαία ελληνική ἀδηφάγος < ἅδην + φαγεῖν

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδηφάγος, -α, -ο

  1. που καταβροχθίζει μεγάλη ποσότητα φαγητού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμετροφάγος, λαίμαργος
  2. (μεταφορικά) λαίμαργος, άπληστος, ασυγκράτητος
    αδηφάγο βλέμμα
  3. (μεταφορικά) που καταστρέφει ό,τι βρει στο πέρασμά του
    αδηφάγο τέρας η φωτιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]