αδηφάγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδηφάγος αδηφάγα αδηφάγο
γενική αδηφάγου αδηφάγας αδηφάγου
αιτιατική αδηφάγο αδηφάγα αδηφάγο
κλητική αδηφάγε αδηφάγα αδηφάγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδηφάγοι αδηφάγες αδηφάγα
γενική αδηφάγων αδηφάγων αδηφάγων
αιτιατική αδηφάγους αδηφάγες αδηφάγα
κλητική αδηφάγοι αδηφάγες αδηφάγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδηφάγος < αρχαία ελληνική ἀδηφάγος < ἅδην + φαγεῖν

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδηφάγος, -α, -ο

  1. που καταβροχθίζει μεγάλη ποσότητα φαγητού
    συνώνυμα: αμετροφάγος, λαίμαργος
  2. (μεταφορικά) λαίμαργος, άπληστος, ασυγκράτητος
    αδηφάγο βλέμμα
  3. (μεταφορικά) που καταστρέφει ό,τι βρει στο πέρασμά του
    αδηφάγο τέρας η φωτιά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]