αδιάβατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάβατος < α- στερητικό + διαβαίνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιάβατος

  • που είναι αδύνατον να τον διαβεί κανείς
με τις βροχές το μονοπάτι είχε γεμίσει λάσπες και ήταν πια αδιάβατο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]