αδιάθετος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάθετος < αρχαία ελληνική ἀδιάθετος.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.ˈa.θɛ.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιάθετος, -η, -ο

  1. που δεν έχει διατεθεί
    οι προμηθευτές δεν δέχονται επιστροφή των αδιάθετων εμπορευμάτων
  2. που έχει μια μικρή αδιαθεσία, λίγο άρρωστος
  3. (για γυναίκες) που έχει περίοδο
  4. (νομικός όρος) αυτός που δεν άφησε διαθήκη.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: