αδιάκριτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάκριτα < αδιάκριτος < ἀ-στερητ. + διακρίνω

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αδιάκριτα

  1. χωρίς διακριτικότητα, χωρίς ευγένεια, χωρίς λεπτότητα
  2. εφαρμόζοντας γενική συμπεριφορά προς όλους χωρίς διαφοροποίηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]