αδιάφθορος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀδιάφθορος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδιάφθορος αδιάφθορη αδιάφθορο
γενική αδιάφθορου αδιάφθορης αδιάφθορου
αιτιατική αδιάφθορο αδιάφθορη αδιάφθορο
κλητική αδιάφθορε αδιάφθορη αδιάφθορο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιάφθοροι αδιάφθορες αδιάφθορα
γενική αδιάφθορων αδιάφθορων αδιάφθορων
αιτιατική αδιάφθορους αδιάφθορες αδιάφθορα
κλητική αδιάφθοροι αδιάφθορες αδιάφθορα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάφθορος < αρχαία ελληνική ἀδιάφθορος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιάφθορος -η -ο

  1. που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διεφθαρμένος
    μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε ο υπουργός Οικονομικών διόρισε νέα αδιάφθορη ηγεσία στις υπηρεσίες του υπουργείου του
  2. (ιατρική) που δεν έχει υποστεί διάτρηση ή άλλου είδους φθορά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδιάφθορος αρσενικό

  1. (ιστορία) προσωνυμία του Ροβεσπιέρου
  2. (στον πληθυντικό, δημοσιογραφικό) οι υπάλληλοι της υπηρεσίας για την αντιμέτωπιση του οικονομικού εγκλήματος που έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και εσωτερικού ελέγχου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]