αδιάψευστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάψευστος < α- στερητικό + διαψεύδω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιάψευστος, -η, -ο

αδιάψευστος μάρτυρας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]