αδιαβατική μεταβολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

αδιαβατική μεταβολή θηλυκό

  • μεταβολή η οποία συμβαίνει χωρίς το αέριο να ανταλλάσσει θερμότητα με το περιβάλλον

Δείτε επίσης[επεξεργασία]