Μετάβαση στο περιεχόμενο

αδιαβροχοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αδιαβροχοποιώ < α- (στερητικό) + διά + βρέχω + ποιώ

αδιαβροχοποιώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]