αδιαθεσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδιαθεσία αδιαθεσίες
γενική αδιαθεσίας αδιαθεσιών
αιτιατική αδιαθεσία αδιαθεσίες
κλητική αδιαθεσία αδιαθεσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιαθεσία < αδιάθετος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδιαθεσία θηλυκό

  1. ελαφριά ασθένεια μικρής διάρκειας
    ένιωθα αδιαθεσία χτες και δεν πήγα στη δουλειά
  2. (σε προφορικό λόγό) εμμηνόρροια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]